Mνήμη τῆς Ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου στό Πάπαρι

«Στρατολογίᾳ ἀληθεῖ ἀθλοφόρε,
τοῦ οὐρανίου στρατηγός Βασιλέως,
περικαλής γεγένησαι Θεόδωρε·
ὅπλοις γάρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως,
καί κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τά στίφη,
καί νικηφόρος ὤφθης ἀθλητής·
ὅθεν σε πίστει, ἀεί μακαρίζομεν».

Τήν Πέμπτη, 8 Ἰουνίου 2017, μέ κάθε λαμπρότητα ἐτελέσθη ἡ 
 Ἀνήμερα, στήν πανηγυρική Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, παρέστησαν καί λάμπρυναν μέ τήν παρουσία τους τήν ἑορτή εὐλαβεῖς ἐνορῖτες τοῦ χωριοῦ Πάπαρι, ἐπιζητοῦντες τήν Χάρη καί τήν πρεσβεία τοῦ Ἁγίου.


Ὁ ἅγιος Θεόδωρος, ὁ Στρατηλάτης.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπό τά Εὐχάϊτα καί ἔζησε στήν Ἡράκλεια τοῦ Πόντου, στήν ἀρχαία χώρα τῆς Βιθυνίας, ἐπί Λικινίου (307-323 μ.Χ.). Κατεῖχε ἀνώτερο βαθμό στόν στρατό τῆς Ἀνατολῆς. Στό Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι ἦταν «στρατιωτικός ἔνδοξος, ὡραῖος τήν παράστασιν, εἴλκυεν εἰς φιλίαν τούς πάντας καί διά τῆς λαμπρότητος τοῦ λόγου ἐσαγήνευε τούς ἀκούοντας». Ὅταν ὁ Λικίνιος διέτριβε στή Νικομήδεια, ἄκουσε περί τοῦ Θεοδώρου ὅτι εἶναι Χριστιανός καί βδελύσσεται τά εἴδωλα. Ἀμέσως ἀπέστειλε στήν Ἡράκλεια ἀνώτερους ἀξιωματούχους, γιά νά τόν συνοδεύσουν μέ τιμή στή Νικομήδεια. Ἀλλά, ὁ Θεόδωρος διεμήνυσε διά τῶν ἰδίων ἀπεσταλμένων στόν Λικίνιο, ὅτι γιά πολλούς λόγους ἡ παρουσία του στήν Ἡράκλεια ἦταν συμφέρουσα καί τόν προέτρεπε νά μεταβεῖ ἐκεῖ. Ἀποδεχθείς τήν πρόταση ὁ Λικίνιος, μετέβη στήν Ἡράκλεια, ὅπου τόν προϋπήντησε μέ λαμπρότητα ὁ Θεόδωρος, πρός τόν ὁποῖο ὁ Λικίνιος ἅπλωσε τό χέρι, ἐλπίζοντας ὅτι διά τοῦ Θεοδώρου θά προσείλκυε τούς Χριστιανούς στή θρησκεία τῶν εἰδώλων. Κάποια μέρα, ἐνώπιόν του λαοῦ, ὁ Λικίνιος προέτρεψε τόν Θεόδωρο νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ὁ Θεόδωρος ἀρνήθηκε καί ἐζήτησε νά τοῦ δοθοῦν τά χρυσά καί ἀργυρά ἀγαλματίδια τῶν θεῶν, γιά νά προσφέρει σ’ αὐτά θυσία στόν οἶκο του ἰδιωτικά καί μετά νά προσφέρει δημόσια τίς θυσίες. Πράγματι, ὁ Θεόδωρος ἔλαβε τά ἀγαλματίδια, τά ὁποῖα ἐκομμάτιασε καί ἐμοίρασε τά χρυσά καί ἀργυρά αὐτῶν στούς πτωχούς. Ὁ ἑκατόνταρχος Μαξέντιος εἶδε τήν κεφαλή τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης στά χέρια ἑνός πτωχοῦ καί κατέδωσε τό γεγονός στόν Λικίνιο, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε τόν Θεόδωρο ὡς ἐμπαίκτη καί καταφρονητή τῶν εἰδώλων. Γιά τόν λόγο αὐτό τόν συνέλαβαν καί ἀμέσως ἄρχισαν νά τόν ὑποβάλουν σέ πολυειδεῖς τιμωρίες. Τόν ἐκτυποῦσαν, τόν ἔκαιγαν καί ἔγδερναν τό σῶμα τοῦ Μάρτυρος. Στή συνέχεια οἱ δήμιοι τόν ἐσταύρωσαν καί διεπέρασαν τά πόδια, τά χέρια καί τά κρυφά μέλη του διά περώνης, ἐτόξευσαν τό πρόσωπό του μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε νά ἐκχυθοῦν τά μάτια του, καί τόν ἄφησαν ἐπάνω στόν σταυρό. Ὁ Λικίνιος, φοβούμενος τήν ὀργή τοῦ ὄχλου, διέταξε νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Ἔτσι ὁ φόβος παρεχώρησε τή θέση του στή χαρά καί ἡ λύπη καί ὁ κόπος στήν ἀνάπαυση.


Ἡ Ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Θεοδώρου.

Τό σεπτό σκήνωμα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου († 8 Φεβρουαρίου) μετετέθη στίς 8 Ἰουνίου ἀπό τήν Ἡράκλεια τῆς Ποντικῆς στό προγονικό κτῆμα τοῦ Ἁγίου, στά Εὐχάιτα, κατά τήν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου, τήν ὁποία ἐξέφρασε πρό τῆς ἐκτομῆς αὐτοῦ στόν γραμματέα τοῦ Οὔαρο.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει στίς 8 Ἰουνίου τήν Ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του.
Ἐκ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τή σιαγόνα ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Θ΄ ὁ Μονομάχος (1042 – 1055) ἐδώρισε διά χρυσοβούλλου στή Μονή Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους.


Τό Ἐκκλησάκι τῶν Ἁγίων Θεοδώρων.

Τό Ἐκκλησάκι τῶν Ἁγίων Θεοδώρων ἄρχισε νά κατασκευάζεται τό ἔτος 1973, κατόπιν θαυματουργικῆς ἀνακαλύψεως.
Πρό σαράντα τρία καί πλέον ἐτῶν ὁ μακαριστός συγχωριανός μας Γεώργιος Ἰ. Ὀρφανός ἐνυπνιάσθη ὅτι εἰς ἕνα σημεῖο τοῦ περιβάλλοντος χώρου τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας μέσα στό ἔδαφος καί καλυμμένο ἀπό τούς πρίνους βρίσκεται μικρό Παρεκκλήσιο τοῦ παλιοῦ Μοναστηριοῦ, πρός τιμήν τῶν ἁγίων Θεοδώρων, καί ἔλαβε κατ' ὄναρ ἐντολή νά τό ἀνεύρη καί νά τό ἀποκαλύψει.
Θορυβημένος ὁ Γεώργιος, σέ συνεργασία μέ τόν τότε Ἐφημέριο, μακαριστό π. Παναγιώτη Παπαδόπουλο, ἄρχισαν νά ἐρευνοῦν τόν τόπο καί, μετά πολλοῦ χρόνου καί μεγάλου κόπου, μέ τή βοήθεια καί ἄλλων εὐσεβῶν χριστιανῶν, ἐντόπισαν καί ἀπεκάλυψαν τό ὑποδειχθέν μικρῶν διαστάσεων Ναΰδριο. Ἀφοῦ καθάρισαν τήν ἄγρια βλάστηση, εὐθύς ἀμέσως ξανάναψε τό καντηλάκι στόν ἁγιασμένο αὐτό τόπο, μέ ἀποτέλεσμα οἱ συγχωριανοί μας, ὅπου γῆς, νά προστρέχουν στήν χάρη τῶν Ἁγίων.
Τότε ἀπεφασίσθη νά διαφυλαχθεῖ τό εὑρεθέν Ναΰδριο καί δίπλα νά ἀνεγερθεῖ Ναός πρός τιμήν τῶν ἁγίων Θεοδώρων, πρᾶγμα πού ἀμέσως μετά ἔγινε. Ὡστόσο, στήν ἀπόφαση τῆς ἀνεγέρσεως ὁ σατανᾶς φθόνησε τό θεάρεστο ἔργο καί ὑπέβαλε τούς χριστιανούς σέ δοκιμασίες.
Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ὁ μακαριστός Γεώργιος Ὀρφανός στή συνέχεια ἔγινε Ἱερομόναχος στήν Ἱερά Μονή Ἐπάνω Χρέπας καί ἔλαβε τό ὄνομα Γερβάσιος, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τήν 16η Ἰουλίου 1992.
Τήν τελευταία δεκαετία, κατόπιν συντονισμένων ἐνεργειῶν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου μας καί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ὁ Ναός αὐτός ἀποπερατώθηκε, μιᾶς καί εἶχε παραμείνει γιά τρεῖς δεκαετίες στίς κολῶνες καί τά τσιμέντα τῆς στέγης, ἐνῶ τήν 17ην Αὐγούστου 2014 ὁ συγχωριανός μας Σεβ. Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ἐτέλεσε τά ἱερά Ἐγκαίνια τοῦ ὡς ἄνω Ἱεροῦ Ναοῦ.






+ π.Ι.Σ. 
Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου