Εσπερινός στην Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Λουκοῦς Κυνουρίας


Μέ κάθε ἱεροπρέπεια καί ξεχωριστή λαμπρότητα ἑορτάζεται τήν 5η καί τήν
6η Αὐγούστου ἡ Δεσποτική ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.
Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, Σαββάτο 5 Αὐγούστου 2017, ὁ Σεβασμιώτατος
Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ χοροστάτησε στόν
πανηγυρικό Ἑσπερινό στήν πανηγυρίζουσα Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως
Σωτῆρος Λουκοῦς Κυνουρίας, ὅπου ὁμίλησε στούς εὐλαβεῖς προσκυνητές γιά
τήν ἑορτή τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, εὐχόμενος ὁ μεταμορφωθείς
Κύριος νά φωτίζει καί νά σκέπει τούς φιλέορτους χριστιανούς.
Στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ πλαισίωσαν τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἱερεῖς
ἐκ τῆς Ἀρχιερατικῆς Περιφέρειας Ἄστρους Κυνουρίας, ἐνῶ πολυάριθμη ἦταν καί
ἡ προσέλευση εὐλαβῶν προσκυνητῶν, πού ἔφτασαν μέ κάθε τρόπο στήν
ἑορτάζουσα Ἱερά Μονή τῆς Λουκοῦς.
Ἀνήμερα τῆς Ἑορτῆς θά τελεσθεῖ ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί
πανηγυρική Θεία Λειτουργία στό Καθολικό τῆς ὡς ἄνω ἑορτάζουσας Ἱερᾶς
Μονῆς Λουκοῦς Κυνουρίας.
Ἡ Ὁσιωτάτη Ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Νεκταρία Μοναχή, τό
Ἡγουμενοσυμβούλιο καί οἱ Ἀδελφές τῆς Μονῆς ὑποδέχθηκαν τά πλήθη τῶν
προσκυνητῶν, φροντίζοντας παράλληλα νά τηρηθεῖ στό ἔπακρο ἡ
μοναστηριακή τάξη κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες τῆς πανηγύρεως.


Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΛΟΥΚΟΥΣ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ


Ἡ Μονή Λουκοῦς ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα μοναστικά κέντρα
τῆς Ἀρκαδίας, τό πιό σημαντικό στήν ἐπαρχία τῆς Κυνουρίας. Εἶναι δέ ἀπό τά
πιό γνωστά μοναστικά κέντρα καί τό πιό προσιτό στόν προσκυνητή πού ἔρχεται
ἀπό τήν Ἀργολίδα, καθώς προσεγγίζεται εὔκολα. Ἀπό τό μεσόγειο Ἄστρος
ἀπέχει μόνο 4 χιλιόμετρα.
Ἡ περιοχή τῆς Μονῆς Λουκοῦς παρουσιάζει πολλά καί ἀξιόλογα
ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα. Ὅπως γράφει ὁ Κ. Ρωμαῖος, ἐδῶ βρισκόταν «ἡ Εὔα, ἡ
μεγίστη τῶν Θυρεατικῶν κωμῶν», σύμφωνα μέ τόν περιηγητή Παυσανία. Ἐδῶ
ἐπίσης ἦταν τό Ἱερόν τοῦ Πολεμοκράτους, φημισμένο θεραπευτήριο, πού
περιέθαλπε ὅσους προσέτρεχαν σέ αὐτό καί «τιμάς παρά τῶν προσοίκων εἶχε».
Ὁ Ἡρῴδης ὁ Ἀττικός, μία πολυσυζητημένη προσωπικότητα τῶν ρωμαϊκῶν
χρόνων, πού γνώρισε μεγάλη δόξα καί εὐτυχία, ἀλλά καί τίς μεγαλύτερες
ἀνθρώπινες δυστυχίες, ἔζησε πολλές ἡμέρες τῆς ζωῆς του στήν περιοχή αὐτή,
ὅπου διέθετε κτήματα καί πολυτελῆ ἔπαυλη.
Στήν περιοχή αὐτή βρίσκεται ἡ Μονή τῆς Λουκοῦς, περικυκλωμένη
ἁρμονικά ἀπό τίς ὁροσειρές τῶν βουνῶν Ζάβιτσα, Παλαιοπαναγιά καί Ἑλληνικό
καί κοντά σέ δυό ἱστορικούς τόπους, τήν πόλη τοῦ Ἄστρους καί τό χωριό τῶν
Κάτω Δολιανῶν. Ἡ Μονή δεσπόζει στήν εἴσοδο τῆς πεδιάδας τοῦ ποταμοῦ
Τάνου, πού μετά ἀπό μία σύντομη διαδρομή ἐκβάλλει στόν Ἀργολικό κόλπο.
Ἡ Ζάβιτσα εἶναι τό γραφικό βουνό τῆς περιοχῆς Ἄστρους, γνωστό ἀπό τήν
ἀρχαιότητα ὡς Τημένιον ὄρος, πού ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς ἀποφύσεις τοῦ
Πάρνωνος πρός τήν Ἀργολίδα. Ἀνάμεσα σέ δυό χαράδρες καί στά βουνά, τή
Ζάβιτσα στά ΒΑ καί τά πρόβουνα τοῦ Πάρνωνα στά νοτιοδυτικά, ἡ Μονή
Λουκοῦς φαίνεται νά εἶναι κτισμένη κοντά ἤ στή θέση ἀρχαίων οἰκισμῶν. Ἡ

ἀρχαιολογική σκαπάνη ἔχει ἀποκαλύψει ἀρχαῖο οἰκισμό, ὁ ὁποῖος τοποθετεῖται
βόρεια τοῦ Τάνου καί ἀνατολικά ἀπό τό Ρέμα τῆς Λουκοῦς, ἀκριβῶς στά πρός
νότια καί δυτικά ἀντερείσματα τοῦ Πάρνωνος. Κύρια μαρτύρια τοῦ οἰκισμοῦ
ὑπῆρξαν ὄστρακα, κεραμίδες, πλάκες ἀπό πολύχρωμα μάρμαρα καί
ἀρχιτεκτονικά μέλη. Ἐπιπλέον γίνεται λόγος γιά ψηφιδωτά δάπεδα ἀνάμεσα στά
ἐρείπια, καθώς καί γιά σωζόμενο ἀγωγό ρωμαϊκῆς ἐποχῆς στήν τοξοστοιχία
γέφυρας στό Ρέμα τῆς Λουκοῦς, πού χρησίμευε ὡς ὑδραγωγεῖο διοχετεύσεως
νεροῦ στόν χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ καί μάλιστα μέ ἄφθονο νερό.
Τό Καθολικό της θεωρεῖται ὅτι πρέπει νά ἔχει κτιστεῖ πάνω σέ
παλαιοχριστιανική Ἐκκλησία τοῦ 5ου αἰῶνα. Τά διάφορα τμήματα ἀρχαιότερων
κτισμάτων, ἀλλά καί οἱ περιγραφές γιά ἀγάλματα ἤ μέλη ἀρχιτεκτονικά πού
βρέθηκαν στόν χῶρο της, βεβαιώνουν πώς ἡ Λουκού ὑπῆρξε ὁ ἱερός ἐκεῖνος
τόπος, στόν ὁποῖο μπόρεσε νά δημιουργηθεῖ ἡ πιό ὡραία σύνθεση ἀπό τόν
ἀρχαῖο ἑλληνικό καί χριστιανικό πολιτισμό.
Γιά τήν πιθανή ἐτυμολογία τῆς ὀνομασίας τῆς Μονῆς «Λουκοῦς» ἔχουν
διατυπωθεῖ πολλές ἀπόψεις. Μερικοί, ὅπως ὁ Α. Ὀρλάνδος καί ὁ Γ. Σωτηρίου –
χωρίς νά εἶναι βέβαιοι – ἀποδίδουν τήν ὀνομασία στό ὅτι θά ὑπῆρχαν πολλοί
λύκοι στήν περιοχή, καί ἀρχικά ἡ Μονή θά ὀνομάστηκε «Λυκοῦ». Ἄλλοι
ὑποστηρίζουν ὅτι κτίστηκε ἀπό τούς Ρωμαίους (Βυζαντινούς) αὐτοκράτορες καί
ἐπειδή κατά τήν ἵδρυση τῆς Μονῆς βρέθηκε ἕνα ἄγαλμα τῆς Ἥρας, ἡ ὁποία στά
λατινικά ὀνομάζεται Juno Lucina (Lucia), εἶναι πιθανό νά ἔλαβε τήν ἐπωνυμία
αὐτή: «Λουκού». Ἀκόμη ὅτι ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπό κάποιον ἔμπορο Λουκᾶ, ὁ
ὁποῖος ἔκτισε τή Μονή καί κατόπιν μόνασε ἐκεῖ. Ἀπό τό ἀνδρωνυμικό παρέμεινε
ἡ «Λουκού». Ἄλλοι πάλι ἀναζητοῦν ἀπό τόν «Λύκειο» (Lux = φῶς) τήν
προέλευση τοῦ ὀνόματος.
Μία νεότερη ἄποψη διατυπώθηκε στήν ἐφημερίδα «Νέα Γορτυνία»,
21/1/1973, ἀπό τόν Γ. Κωνσταντόπουλο. Σύμφωνα μέ τήν ἄποψη αὐτή, στήν
πατρίδα τοῦ Γλατσινιᾶ Γορτυνίας ὑπάρχει τό ἴδιο τοπωνύμιο καί εἶναι δυνατό ἡ
ὀνομασία νά ἔχει προέλθει ἀπό τά «λούκια», δηλαδή τά διοχετευτικά αὐλάκια,
πού εἶναι χρήσιμα κυρίως στά περιβόλια. Πραγματικά ὑπάρχουν τέτοια λούκια
ἔξω ἀπό τό χῶρο τῆς Μονῆς. Μία ἄλλη ὑπόθεση, ἡ ὁποία φαίνεται ἀρκετά
ἰσχυρή, καθώς ὑποστηρίζεται ἀπό μία παράδοση γύρω ἀπό τήν ὀνομασία τοῦ
Μοναστηριοῦ, εἶναι καταγεγραμμένη σέ κώδικα ἀπό τόν ἡγούμενο Ἰωσήφ
Κοράλλη. Σύμφωνα μέ τήν ὑπόθεση αὐτή, τό τοπωνύμιο μπορεῖ νά ἔχει λατινική
καταγωγή ἀπό τό «Lucus Feroniae»: τό δάσος, ὅπου ἦταν μέσα ἡ ἔπαυλη τοῦ
Ἡρῴδη. Δάσος γεμάτο θηράματα, πηγές, πλατάνια. («Lucus» στά λατινικά
σημαίνει ἱερό δάσος, ἄλσος, δρυμών). Πάντως ἡ Μονή ἐπονομάζεται «τῆς
Λουκοῦς» τουλάχιστον ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰῶνα.
Ἡ Μονή Λουκοῦς ὑπάγεται ἐκκλησιαστικά στήν Ἱερά Μητρόπολη
Μαντινείας καί Κυνουρίας. Τό Καθολικό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος,
πιθανῶς θεμελιωμένος πάνω σέ παλαιοχριστιανική Ἐκκλησία τοῦ 5ου αἰῶνα,
εἶναι ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς κτίστηκε. Παλαιότερα, σύμφωνα καί μέ τήν
παράδοση, θεωροῦσαν ὅτι ὁ Ναός ἦταν βυζαντινός, ἀλλά σήμερα, λόγω τῶν
μορφολογικῶν του στοιχείων, ὁ Ναός τοποθετεῖται στά πρώιμα μεταβυζαντινά
χρόνια. Δέν ἀποκλείεται, ὡστόσο, στή θέση αὐτή νά προϋπῆρχε ἱερά Μονή.
Σέ ὅλη τη μακραίωνη ζωή της γνώρισε μέρες δόξας καί λαμπρότητας, ἡ
ὁποία ὀφείλεται στούς ἱκανούς καί δραστήριους Ἡγουμένους της. Παράλληλα
ὅμως ταλαιπωρήθηκε ἀπό πολλές καταστροφές, πυρκαγιές καί διαλύσεις.
Ἰδιαίτερη αἴγλη τῆς ἔδωσε τό ἐξαιρετικό προνόμιο τοῦ «σταυροπηγίου», πού
διατηροῦσε πάντοτε.

Ἱστορικές μνεῖες τῆς Μονῆς ἔχουμε ἀπό τόν 17ο αἰῶνα, πού βεβαιώνουν
τήν ὕπαρξη τῆς σταυροπηγιακῆς της ἰδιότητας, ἐνισχύοντας ἔτσι τήν ὑπόθεση
γιά τήν λειτουργία τῆς κατά τούς βυζαντινούς χρόνους.
Μετά τήν Ἅλωση καί τήν κατάληψη τοῦ Μοριᾶ ἀπό τούς Τούρκους,
ἐρημώθηκε, μέχρι τήν στιγμή πού κάποιοι ἔμποροι γουναράδες ἀπό τήν
περιοχή, ἐγκαταστημένοι στήν Κωνσταντινούπολη, ἔκαναν ἐνέργειες γιά τήν
ἀνασυγκρότησή της καί μέ σιγίλιο τοῦ Πατριάρχη Διονυσίου Β΄ (1546-1555)
βοήθησαν νά ἐπανακτήσει τήν σταυροπηγιακή της ἀξία.
Τό ἔτος 1649 καταγράφεται στόν κώδικα τῆς Μονῆς σάν ἔτος
ἁγιογράφησης τοῦ Ναοῦ. Καί εἶναι πολύ πιθανό, σύμφωνα μέ τούς μελετητές
της, νά ἔγινε ἡ ἱστόρησή της στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰῶνα. Ἀπό σημείωμα στή
βιβλιοθήκη τῆς Λουκοῦς ἔχουμε τήν πληροφορία ὅτι στά μέσα του 17ου αἰῶνα ἡ
ἀνθηρή καί ἀκμάζουσα κωμόπολη τοῦ Ἄη Γιάννη, πυρπολήθηκε ἀπό τούς
Ὀθωμανούς καί ὅτι τήν ἴδια τύχη εἶχε καί ἡ Μονή. Οἱ Τοῦρκοι ἔκαψαν ὅλα τά
πολύτιμα σκεύη τοῦ Ναοῦ καί ἔσφαξαν ὅσους Μοναχούς βρῆκαν στό
Μοναστῆρι.
Τό 1730 λαμβάνει χώρα ἕνα ἀξιοσημείωτο γεγονός. Τή Μονή ἐπισκέπτεται
ὁ περιβόητος, ὅσο καί παρανοϊκός ἀββᾶς Fourmont, πού ἡ γνωστή
καταστροφική δράση του στή Σπάρτη, τόν χαρακτηρίζει ἐγκληματία τῆς
ἱστορικῆς μνήμης. Ο Fourmont ἀντιγράφει τίς ἐπιγραφές καί διατάζει τούς
ἐργάτες νά σπᾶνε μετά τήν ἀντιγραφή ὅλες τίς πλάκες, τά μάρμαρα καί τούς
λίθους πού εἶχαν ἀρχαῖες ἑλληνικές ἐπιγραφές, οὕτως ὥστε νά ἔχει μόνο αὐτός
τό προνόμιο ἀντιγραφῆς τους. Ἔτσι, κατέστρεψε, ἔσπασε καί συνέτριψε
ἑκατοντάδες πολύτιμες μαρτυρίες, ἐπιγραφές, ἀγάλματα, καθώς καί ἔργα λόγου
καί τέχνης.
Ἡ σημαντική παρουσία καί προσφορά τῆς Μονῆς στήν περίοδο τῆς
ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, συνεχίστηκε καί στή διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος τοῦ 1821 γιά
τήν ἐθνική ἀνεξαρτησία. Μυημένος στή Φιλική Ἑταιρεία ἦταν ὁ Ἡγούμενός της
Νεόφυτος, ἐνῶ οἱ Μοναχοί συμμετεῖχαν στόν Ἀγῶνα, μεταφέροντας τρόφιμα καί
πολεμοφόδια στό στρατόπεδο Βερβαίνων μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους. Ἔτσι
ἐξηγεῖται καί ἡ ὀργή τοῦ Ἰμπραήμ πού διέταξε τήν πυρπόληση τῆς Μονῆς τήν
παραμονή τῆς ἑορτῆς της (5 Αὐγούστου 1826). Τό μεγαλύτερο τμῆμα τῆς
ἀποτεφρώθηκε καί μαζί καταστράφηκαν τά χρυσόβουλλα, βαρύτιμα κειμήλια καί
ἔγγραφα ἀξίας. Ὅμως, τό Καθολικό σώθηκε μέ θαυματουργή ἐπέμβαση τοῦ
ἁγίου Εὐσταθίου, πού εἰκονιζόταν σέ τοιχογραφία τοῦ Καθολικοῦ καί ἀπό τό
πρόσωπό του «ἔτρεξε ἀχνιστό αἷμα», ὅταν Τοῦρκος στρατιώτης τό κτύπησε μέ
τό ὅπλο του.
Ἡ προσφορά τῆς Μονῆς ἐπεκτάθηκε στή ἀνέγερση τῆς Σχολῆς τοῦ Γένους
στόν Ἅγιο Ἰωάννη, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία ἦταν στήν ἡμερήσια διάταξη τῆς ζωῆς
τῆς Μονῆς. Ἄλλωστε, γιά τόν λόγο αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς Μονή τῆς
φιλανθρωπίας καί τῆς φιλοξενίας.
Σημαντικό στοιχεῖο γιά τήν ἱστορία τῆς Μονῆς ἀποτελεῖ ἔκθεση πρός τό Β.
Ἐπαρχεῖον Κυνουρίας, γραμμένη στίς 11 Ἰουλίου 1833, πού ἀναφέρεται στήν
κατάσταση τῆς Μονῆς καί δίνει μία λεπτομερῆ περιγραφή τῆς ἀρχιτεκτονικῆς
μορφῆς καί τῶν κτιρίων της, τοῦ Ναοῦ καί τῶν κειμηλίων, καθώς καί τῶν
ἐπισκευῶν, πού δέχτηκε μετά τό Εἰκοσιένα. Ἐπίσης, ἀναφέρει ὅτι ἡ Μονή
γλίτωσε ἀπό τήν πυρπόληση τοῦ Ἰμπραήμ, ἐπειδή οἱ Μοναχοί της εἶχαν ἀπό
πρίν ἀφαιρέσει κάθε εὔφλεκτη ὕλη καί ὅτι τό Μοναστῆρι εἶναι ἀρχαῖο
σταυροπήγιο μέ ἄγνωστή τη θεμελίωσή του. Τήν ἔκθεση τήν γράφει ὁ
Ἡγούμενος Κωνστάντιος Κοράλλης, πού πληροφορεῖ ὅτι ἐπισκεύασε τό

Μοναστῆρι καί ἀπαριθμεῖ ὅτι αὐτό διαθέτει: 19 κελλιά, 6 θόλους, σταῦλο,
ἐλαιοτριβεῖο, καλύβα μέ φοῦρνο καί ἴδια καλύβα γιά τήν ἀποθήκευση τῶν ἐλιῶν.
Ἐπίσης ἀναφέρει ὅτι τό Μοναστῆρι περιλαμβάνει τρεῖς διώροφους πύργους, ἕνα
νεόκτιστο σπίτι, τό μαγειρεῖο καί ἕναν ἄλλο οἰκίσκο, καθώς καί πλῆθος ἄλλων
βοηθητικῶν χώρων, πού δημιουργοῦν τήν ἐντύπωση ἑνός ἰσχυροῦ φρουριακοῦ
μοναστηριακοῦ συγκροτήματος.
Τό 1834 ἕως τό 1837 γίνεται προσπάθεια ἐπανασύστασης τῆς Μονῆς καί
ἀπό μέρους τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ Βέρβαινα καί ἀπό μέρους τοῦ
Ἡγούμενου Κωνστάντιου καί τῶν Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι μέ αἴτηση πρός τήν Ἱερά
Σύνοδο, τονίζουν τά ὅσα πρόσφερε ἡ Μονή κατά τήν Ἐπανάσταση. Στίς 25
Αὐγούστου 1837 μέ Βασιλικό Διάταγμα γίνεται ἡ ἀνασύσταση τῆς Λουκοῦς. Στό
διάστημα ὅμως τῆς τριετίας τά κτήρια τῆς Μονῆς εἶχαν ἐρημωθεῖ καί τά κτήματά
της καταπατηθεῖ.
Ἡ Μονή σέ κατάσταση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1858 πρός τό Ὑπουργεῖο
παρουσιάζεται «ὠργανισμένη». Σέ ἔγγραφα μάλιστα τῶν Γ.Α.Κ. (Νομός
Ἀρκαδίας, Ἐπαρχία Κυνουρίας, Μεταμόρφωση Σωτῆρος Λουκοῦς, Μονή ἐν
ἐνεργείᾳ, Δῆμος Θυρέας) ἡ Μονή Λουκοῦς ἀναφέρεται σέ ὅλες τίς καταστάσεις
τῶν διατηρουμένων Μοναστηριῶν τῆς Κυνουρίας, τῶν πινάκων προσωπικοῦ
καί τῶν μοναστηριακῶν εἰσοδημάτων. Τά εἰσοδήματά της εἶναι τά μεγαλύτερα
ἀπό ὅλων τῶν μοναστηριῶν.
Ἡ Μονή ἐπί αἰῶνες ὑπῆρξε ἀνδρῶα, ἀλλά τό 1946 ὁ τότε Μητροπολίτης
Μαντινείας καί Κυνουρίας Γερμανός τή μετέτρεψε σέ γυναικεία λόγω ἔλλειψης
Μοναχῶν. Ἔτσι, τό 1947 ἡ Μονή τῆς Λουκοῦς μετατρέπεται σέ γυναικεία καί μέ
αὐτήν τήν μορφή λειτουργεῖ μέχρι καί σήμερα, διατηρώντας τή σταυροπηγιακή
της ἰδιότητα, καθώς καί μεγάλη περιουσία.
Στό Μοναστῆρι ἐγκαταστάθηκε ἡ νέα ἀδελφότητα μοναζουσῶν, μέ
ἐπικεφαλῆς τήν Γερόντισσα Χριστονύμφη Κάρτσωνα († 1997). Ἡ ἀδελφότητα
παρέλαβε μία ἐρειπωμένη Μονή, ἐνῶ καί ἡ ἐν γένει κατάσταση τῆς περιοχῆς
ἦταν ἀξιοθρήνητη, λόγω τοῦ ἐμφυλίου. Ὡστόσο, ἡ ἀδελφότητα κατάφερε σέ
σύντομο χρονικό διάστημα νά ἐπιτελέσει σημαντικό ἔργο: ἐπισκευάστηκαν τά
παλαιά καί κτίστηκαν νέα οἰκοδομήματα. Περιφρουρήθηκε ἡ ἀκίνητη περιουσία
της. Εὐτρεπίστηκαν τά μετόχια τῆς Μονῆς: ὁ Ναός τῆς Ἀναλήψεως καί ὁ Ναός
τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ προστέθηκε ὡς μετόχι προσωρινά καί ἡ Μονή τοῦ
Ἁγίου Νικολάου Καρυᾶς (τό 1967), ἡ ὁποία ἀπό τό 1994 λειτουργεῖ πλέον ὡς
ἀνδρῶα Μονή. Κατασκευάστηκαν δυό κατανυκτικά Παρεκκλήσια: τῶν Ἁγίων
Πάντων (τό 1957) καί τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (τό 1962), διαφυλάχτηκαν
τά κειμήλια καί συγκροτήθηκε ἡ βιβλιοθήκη, πού διαθέτει 300 παλαιούς τόμους,
χειρόγραφα, σιγίλια, κώδικες.
Τό Μοναστῆρι τῆς Λουκοῦς στή σύγχρονη μορφή του διατηρεῖ γενικά μιά
ἐντύπωση ἁρμονίας, γραφικότητας καί ὀμορφιᾶς. Τό σύνολο τῶν νέων κτιρίων
του δέν πνίγουν τό Καθολικό καί δέν ἀντιστρατεύονται τά παλιά οἰκοδομήματα
τῆς Μονῆς. Παρελθόν καί παρόν συνυπάρχουν μέ αὐτοσεβασμό. Κι ἐκτός ἀπό
ἐλάχιστα στοιχεῖα παραφωνίας, τό μεγάλο παραλληλόγραμμο κτηριακό
συγκρότημα, πού περιβάλλει τό Καθολικό τῆς Λουκοῦς, εἶναι ἕνα παράδειγμα
εὐπρεπισμένης συντήρησης καί μετριοπαθοῦς ἀνακαίνισης.
Στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα ὁ Βελή Πασάς ἔσκαψε στή Λουκού γιά νά βρεῖ
ἀρχαία ἀγάλματα, ἐνῶ λίγο ἀργότερα οἱ Μοναχοί μέ πρόχειρες ἀνασκαφές
συγκέντρωσαν ἀρχαία γλυπτά καί τά τοποθέτησαν στήν αὐλή τοῦ Μοναστηριοῦ.
Ὅταν ἀναγνωρίστηκε τό Ἑλληνικό Κράτος, τά σπουδαιότερα κομμάτια
δωρήθηκαν στό Μουσεῖο Αἰγίνης (Ἀπρίλιος 1831) καί ἀργότερα τοποθετήθηκαν

στό Ἐθνικό Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1977 ἡ Ἑλληνική
Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία πραγματοποίησε ἀνασκαφικές ἔρευνες μέ σημαντικά
ἀποτελέσματα.
Στόν χῶρο ὅπου ἁπλωνόταν ὁ ἀρχαῖος οἰκισμός, ὑπάρχουν θραύσματα
ἀγγείων, κεραμίδες καί μικρές πλάκες ἀπό πολύχρωμα μάρμαρα. Στή θέση
«Κολόνες», 300 μέτρα περίπου βόρεια τοῦ Μοναστηριοῦ, ὑπάρχουν τμήματα
ἀπό τέσσερις μεγάλους μονολιθικούς γρανιτένιους κίονες καί δίπλα τους ἕνα
μεγάλο μαρμάρινο κορινθιακό κιονόκρανο. Σέ πολύ μικρή ἀπόσταση σώζεται
τμῆμα ἀπό ἕνα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα. Πρόκειται γιά τήν περίφημη
Ἔπαυλη τοῦ Ἡρῴδη τοῦ Ἀττικοῦ, πού ἀποκαλύφθηκε κατόπιν ἀνασκαφικῆς
διερεύνησης.
Στήν αὐλή τοῦ Μοναστηριοῦ ὑπάρχουν πολλά κιονόκρανα κορινθιακοῦ καί
ἰωνικοῦ τύπου, μαρμάρινες βάσεις κιόνων καί ἀμφικιόνων, ἐπίκρανα
παραστάδων, ἐπιστύλια καί κίονες. Ἄλλα ἀρχιτεκτονικά μέλη εἶναι ἐντοιχισμένα
σάν διακοσμητικά στήν Ἐκκλησία καί τά ἄλλα κτίσματα τοῦ Μοναστηριοῦ.
Νοτιοδυτικά τῆς Ἐκκλησίας καί ἀμέσως ἔξω ἀπό τόν μαντρότοιχο τοῦ
περιβολιοῦ, ὑπάρχουν θεμέλια μεγάλου κτιρίου μέ μαρμάρινους κίονες καί
δάπεδο μέ μαρμαροθέτημα. Οἱ περιηγητές μιλοῦν γιά ψηφιδωτά δάπεδα πού
εἶδαν ἀνάμεσα στά ἐρείπια. Ἕνα τμῆμα ψηφιδωτοῦ μέ γεωμετρικά διακοσμητικά
μοτίβα σωζόταν μέχρι τά τελευταῖα χρόνια σύρριζα στό νότιο τοῖχο τῆς
Ἐκκλησίας, ἐνῶ τμῆμα ἑνός ἄλλου ἀποκάλυψαν οἱ ἀνασκαφές τοῦ 1977.
Τό ρέμα τῆς Λουκοῦς γεφυρώνεται μέ τοξοστοιχία, πού στηρίζει κτιστό
ἀγωγό νεροῦ. Πρόκειται γιά ὑδραγωγεῖο ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, πού διοχετεύει τό
νερό μέχρι σήμερα στόν χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ.
Σήμερα λειτουργεῖ ὡς γυναικεία Μονή μέ ἱκανή ἀδελφότητα μοναζουσῶν,
καί ἐπικεφαλῆς τήν καθ’ ὅλα ἄξια Ἡγουμένη, Μοναχή Νεκταρία.

+π.Ι.Σ












































Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου